Οταν ημουν μικρη μου αρεσε πολυ να κοιταω τα στολισμενα παραθυρα των αντικρυνων σπιτιων.
Μου αρεσε πολυ να καθομαι στο σκοταδι και μεσα απο το χνωτισμενο το τζαμι να κοιταω τα φωτακια και τα δεντρα του δρομου και να φτιαχνω ιστοριες να τις λεω απο μεσα μου καμια φορα αν δεν βαριομουν καθομουν και να τις γραψω οπου ευρισκα.
Μου αρεσε να καθομαι κατω απο το δικο μας δεντρο, οποτε στολιζαμε, με τα φωτα του δωματιου κλειστα και να κοιταω αναμεσα απο τα κλαδια τα φωτακια και τα στολιδια, νομιζα πως βρισκομουν μεσα σε ενα μαγικο δασος, ή μεσα σε καποιο παραμυθι απο αυτα που μου αρεσε να σκεφτομαι και να λεω στον εαυτο μου.
Μου αρεσε να φτιαχνω δικα μου στολιδια απο γυαλιστερο χαρτι απο χαρτονι, μου αρεσε να τα ζωγραφιζω και να τα στολιζω με οτι ευρισκα στο σπιτι.
Μου αρεσε να παιρνω το ποδηλατο και να βγαινω στους γιορτινους δρομους να χαζευω τους περαστικους, τις βιτρινες, και τα μαγαζια.
Μου αρεσε ο ανεμος του Δεκεμβριου, η μυρωδια της παγωνιας, το κρυο που παγωνε τα δαχτυλα μου πανω στο τιμονι του ποδηλατου μου.
Μου αρεσε το χιονι πανω στο μπαλκονι, εβγαινα να το πιασω στα χερια μου, να το γευτω, μου αρεσε η γευση και η μυρωδια του.
Μου αρεσε η μυρωδια των στολιδιων, μου αρεσαν κοι οι χρυσαφενιες γιρλαντες οι ευθραυστες οι μπαλες, μου αρεσε να τις πιανω στο χερι και να αισθανομαι το ελαχιστο το βαρος τους, ηταν σαν να επιανα στο χερι μου λουλουδακι, ή χιονονιφαδα ή πουπουλο.
Μου αρεσαν τα χριστουγεννιατικα τα εργα τα μεσημερια, και το φως του γιορτινου απογευματοςπου εμπαινε μεσα απο τις μισανοιχτες κουρτινες.
Θα ηθελα να μπορουσα να τα ζωγραφισω ολα αυτα.
Να βρω ενα στολιδι που να τα λεει ολα αυτα.
Μπορω να τα γραψω.
Και με ολα αυτα να στολισω την σελιδα μου.
Ειναι οι λεξεις δεντρακια το λοιπον και φωτακια.
Και λαμπουν καθε φορα που τις διαβαζω.