Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Περπαταει μονος, μεσα στα στενα του νησιου, και καθε του βημα τον φερνει εκει που ο ηλιος δεν κρυβεται πισω απο κανενα τοιχο. Ηθελε τοσο πολυ να αγαπησει αυτο το νησι, αυτην την ακτη, αυτην την παραλια, αυτο το φως. Ηθελε τοσο πολυ να αγαπησει αυτην την ζωη. Αυτη η ζωη ηταν παραξενη αυτη η παραλια ηταν παραξενη εκεινο το βλεμμα ηταν παραξενο. Φωτογραφιζει στιγμες και μεσα στις φωτογραφιες βλεπει οτι δεν ηθελε να δει. Και μεσα στην σιωπη ακουει οτι δεν ηθελε να ακουσει. Ειναι η σιωπη αυτο που επιθυμει ειναι η ζεστη του μεσημεριου αυτο που πιο πολυ απ'ολα αγαπαει, ειναι η σιωπη του καλοκαιριου αυτη που πιο πολύ απ'ολα τον ποναει. Ειναι η ωρα του απομεσημερου που πιο γλυκα απο ολες τις ωρες τον λυγαει. Προχωραει.
Σταματαει, φωτογραφιζει φωτογραφιζεται και δεν μιλαει.