Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Κατω απο το σεληνοφως, τα κλαδια εμοιαζαν με σκελετωμενα χερια στοιχειων. Της αρεσε παντα να κοιταζει το φεγγαρι μεσα απο τα κλαδια των γερασμενων δεντρων της αρεσε να βλεπει την σεληνη να μοιαζει με προσωπο χαρακωμενο.Ηταν κατι στο σκοτεινο αυτο ασημενιο φως που την εκανε να αναριγα, ενιωθε το αιμα της να τρεχει χαρουμενο μεσα στις φλεβεβς της.Καθε ελαχιστος θορυβος σημαινε αλλιωτικα στα αυτια της, και ολοι οι θορυβοι μαζι συνεθεταν ενα αλοκοτο τραγουδι. Της αρεσε να ακουει τα σκυλια να ουρλιαζουν κοιτωντας το φεγγαρι, κατι στο ουρλιαγμα τους την εκανε να νομιζει οτι βλεπει καθαρα μεσα στο σκοταδι. Ενιωθε τις νυχτεριδες να πετανε απαλα γυρω απο το μπαλκονι της σαν να ηταν μαυρα πεταλα τριανταφυλλων που επεπλεαν μεσα στο υγρο σκοταδι.Και ηταν τοτε που μπορουσε να ακουσει τις σκεψεις του αγαπημενου της ολοκαθαρα στα αυτια της, σαν να της μιλουσε εκει μπρστα της, κοντα της.Της αρεσε να τον κοιταει χωρις να μιλαει της αρεσε να την παρακαλαει να της λεει πες κατι. Και εκεινη να μην λεει τιποτα. Της αρεσε πολες φορες να τον βασανιζει. Ηταν στο αιμα της. Δεν μπορουσε να το αλλαξει.Δεν ήθελε.Μπορουσε να νιωσει την αγωνια του σκαθαριου που αιωρειτο δεμενο μεσα στους ιστους της αραχνης.Μπορουσε να νιωσει την πεινα των σκυλιων που εψαχνα μεσα στους καδους των σκουπιδιων την λυσσα τους μπορουσε να μιωσει για την γατα που τους κοροιδευε, κουλουριασμενη πανω στα κλαδια των δεντρων.Δεν μπορουσε να εχει αυτο που πιο πολυ επιθυμουσε.Δεν μπορουσε αυτο, το ηξερε καλα, να την σκοτωσει.Μπορουσε να κανει την ματια της ακομα πιο σκληρη, μπορουσε να κανει την ματια της να 'χει την δυναμη να πληγωσει, να κοψει μπορουσε ηξερε, αν ηθελε τα σκοταδια.Μπορουσε να ακουσει τα παντα να νιωσει τα παντα, μπορουσε αν ηθελε.Δεν μπορουσε ομως μπροστα της να τον καλεσει, μπροστα της να τον φερει δεν μπορουσε, δεν μπορουσε πλεον να τον δει.