Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009

Πάει πέρασε και αυτό.
Κάναμε το καθήκον μας. Πήγαμε στις κάλπες, την ώρα του φαγητού ως συνήθως τότε σπάει ο κόσμος. Να μην περιμένουμε και στις ουρές/. Απαντήσαμε και στα παιδιά που μας σταμάτησαν στην έξοδο, τα παιδιά των εξιτ πολς.
Στηθήκαμε μετά στους δέκτες μας.
Κάναμε ζάπινγκ, σταμάταγαμε σε όποιο κανάλι στηνότανε καυγάς.
Έτσι έχουμε μάθει.
Μόλις ακούσουμε φωνή γυρνάμε το κεφάλι, να δούμε, να ακούσουμε
Σαν τους περαστικούς που μόλις ακούσουμε τρακάρισμα, σταματάμε να δούμε.
Έτσι έχουμε εκπαιδευτεί.
Να κοιτάμε και να μην κάνουμε τίποτα.
Έρχεται νέα εποχή.
Νέο αίμα.
Πάμε μας είπε ο αρχηγός.
Που πάμε, αυτό δεν το ξέρουμε ακόμη.
Την Δευτέρα σηκωθήκαμε ξανά στις πέντε η ώρα το πρωί.
Ντυθήκαμε βιαστικά και στηθήκαμε στην στάση του λεωφορείου, στοιβαχτήκαμε μ'ολο τον κόσμο μέσα, οι τυχεροί βρήκαμε και θέση νακαθήσουμε, ακόμα και σε εκείνες τις θέσεις που προορίζονται για αναπήρους.
Δε βαριέσαι.
Πληρώσαμε εισητήριο.
Δικαίωμα μας να καθήσουμε όπου μας γουστάρει.
Πήραμε το λεωφορείο λοιπόν και πήγαμε.
Στην δουλίτσα μας, όπως κάθε μέρα.
Στήσαμε πηγαδάκι μαζί μ'άλλους συναδέλφους, σχολιάσαμε τα εκλογικά τα αποτελέσματα, έτσι όπως κάνουμε και όταν παίξει και κανένα μεγάλο ματς.
Παραλίγο και να τσακωθούμε, πρωινιάτικα.
Ήρθε ο πασόκος, όλο χαμόγελα, ήρθε και ο νεοδημοκράτης τσαντισμένος.
Ύστερα πήγε ο καθένας, στον πάγκο του ή στο γραφείο του.
Απαγορεύονται οι συζητήσεις εν ώρα εργασίας.
Τι θες να απολυθούμε όλοι?
Δεν παίζουμε μ'αυτά τα πράγματα.
Οπου και αν κοιτάξεις, βλέπεις κλειστά μαγαζιά, και πίσω απο τις τζαμένεις τις βιτρίνες βλέπεις κάτω στα γυμνωμένα τα πατώματα, παλιές εφημερίδες και φακέλους τίγκα στους λογαριασμούς.
Λιγοστοί αυτοί που μπαίνουν μέσα σε ένα κατάστημα για να ψωνίσουν.
Στον φούρνο πάμε και ζητάμε να μας κόψουν στηνμεση το καρβέλι του μισού κιλού.
Στο βενζινάδικο το βάλε 10 ευρώ αμόλυβδη ακούγεται περισ΄΄οτερο από το παλιό το φούλαρε το.
Και ο αρχηγός μας λέει πάμε.
Και εμείς περιμένουμε να πάμε κάπου.
Περιμένουμε στην στάση το πρωί μαζί με άλλους που και αυτοί ακούσανε αυτό το πάμε.
Περιμένουμε.
Μα πάντα ο προορισμός μας ειναι το γραφείο, η μηχανή ο  πάγκο ο γκισές.
Καμιά φορά το πάμε ειναι μόνο για ν πάρουμε το δελτάριο του ταμείου ανεργίας.
Όλοι  έχουμε να πάμε κάπου.
Κάθε πρωί και κάθε μεσημέρι. Πάμε και στο σούπερ μάρκετ να πάρουμε τα αναγκαία, καμία σπατάλη. Φοβόμαστε το αύριο βλέπεις που μπορεί να ξημερώσει χωρίς εμάς να έχουμε ενα ευρώ στην τσέπη να πάρουμε έναεισητήριο λεωφορείου για ν πάμε κάπου.
Φοβόμαστε μήπως αυτό το λεωφορείο φύγει χωρίς εμάς.
Φοβόμαστε αυτό το πάμε.
Που πάμε?
Που μας πάει αρχηγέ αυτό το πουλμανάκι?