Tο μόνο που με χαροποιεί ειναι οτι δεν έχει ανάγκη.
Εχει πάει να κρυφθεί μέσα στο γραφείο της προστατευομένης του της δακτυλούς. Δεν λέγεται πλέον δακτυλώ ή γραμματέας λέγεται σεκρετιριαλ μανατζερ βέβαια. Δαχτυλούδες τις λέγανε στον καιρό της μάνας του. Τότε τα πράγματα ήταν αλλιώς, δεν βγάζανε όλοι πανεπιστήμια, και δεν υπήρχαν και πολλά πανεπίστήμια. Στην εποχή του πατέρα του, παρακαλάγανε τους υποψηφίους φοιτητες να πανε να γραφτουν στην παντειο. Η παντειος για τους παντες, λεγανε τοτε του λεγε ο πατερας του. Βεβαια απο τοτε κυλησε πολυ καιρο στ'αυλακι. Γεμισε η Ελλαδα πανεπιστημια γιατι καπου επρεπε να μπουν τα παιδια. Kατι επρεπε να γινει μετα τα παιδια. Λιγες οι θεσεις εργασιες πλεον επρεπε να αυξηθουν τα προσοντα τα τυπικα για να καβαντζωσεις μια δουλιτσα, καθε χρονο βλεπεις βγαινανε ολο και περισσοτεροι πτυχιοιυχοι.Ανεργοι οι καθηγητες ενα σωρο, και ποιος γονιος παει να πληρωσει ιδιαιτερα φροντιστηρια και σχολεια απο το υστερημα του, για να περασει το παιδι του σε μια σχολη που δεν λεγεται ανωτατη. Εδω, η σεκρετιριαλ μανατζερ ειχε δυο πτυχια απο δυο ντοπια εργαστηρια σπουδων και ενα μαστερ λονδρεζικο. Γινοταν λοιπον να της πεις με τοσα προσοντα οτι θα παιρνεις 800 ευρα? Δωστης τα 800, αλλα δωστης και καρτα που να γραφει οτι σκατα θελεις, φτανει στο τελος να λεει μανατζερ.
Καντης και κανα κοπλιμεντο με το μαλακο ομως, μη τρεχουμε για αλλα.
Τελος παντων, κλεινουμε την παρενθεση.
Συνεχιζουμε.
Εις το θεμα μας παρακαλω.
Κρατηστε σημειωσεις.
Ηρθε λοιπον να κρυφτει ο κυριος γενικος στο γραφειο της σεκρετιριαλ. Εχει παρει το υφος το σοβαρο, το λυπημενο, ταιριαζε χαρμα με το λερο το κουστουμι του. Ξεβαμενα και τα δυο. Ακαθοριστου χρωματος.
Βρεξει χιονισει αυτο το κουστουμι φοραει.
Και αυτο το υφος.
Να δειχνει ανθρωπος του λαου, ανθρωπος δικος τους.
Να μην προκαλει, οσο μπορει.
Να δειχνει οτι βασανιζεται και αυτος.
Ναι δεν εχει αναγκη.
Εχει ενα σπιτι δικο του, εχει και ενα αυτοκινητο που δεν το χρωσταει.
Ειναι τυχερος.
Ηταν μονιμως το μαυρο προβατο της εταιρειας.
Καλος στην δουλεια του ομως, ξυπνιος.
Μπηκε μεσα στην εταιρεια με ονειρα, να κανει αυτο, να κανει το αλλο να κανει εκεινο, παιδακι στην ψυχη. Ειπαμε δεν ειχε αναγκη αυτος. Εκανε μια γυρα, ειδε τις σκονες ειδε τα ανθρωπακια και καταλαβε τι επαιζε.
Πεντε δεκα ανθρωπακια ολα κιολα.
Μιζερα ανθρωπακια, εξουθενωμενα απο την ανεχεια, ψοφαγαν στην πεινα.
Υποδειγματικοι υπαλληλοι.
Λιγο πριν την πολυποθητη συνταξιοδοτηση.
Κουρασμενα. Απελπισμενα.
Ιδανικοι υπαλληλοι.
Μικρη η εταιρεια, μολις και μετα βιας την ελεγες μικρομεσαια.
Μολις προσεληφθη, εψαξε να βρει το γραφειο του.
Μια καρεκλα διαλυμενη και ενα γραφειο φερμενο ποιος ξερει απο ποια χρονοντουλαπα της ιστοριας.
Φανταστηκε οτι θ'ανοιγε το σκεβρωμενο το συρταρι και θα βρισκε μεσα τιποτα μαυρα μανικετια, του 'ρθε να γελασει, συγκρατηθηκε.
Ηθελαν να του σπασουν τον τσαμπουκα.
Γρηγορα καταλαβε, οτι τα πραγματα δεν θα ταν ευκολα.
Δεν θα ταν ομως και δυσκολα.
Το 'χε ξαναδει το εργο.
Τα υπαλληλακια ειχαν βολευτει μεσα στην σκονισμενη ραστωνη τους.
Γιαβας γιαβας πηγαιναν τα παντα.
Αργα, αργα. Οχι κομπιουτερ, γραφτα καλυτερα στο χαρτι. Οχι εξελ, χρησιμοποιησε κομπιουτερακι.
Εμεις στον καιρο μας, τα γραφαμε ολα με το χερι.
Δε λες καλυτερα μανταμ οτι τα λαξευατε σε πετρες και στουρναρια.
Τα μπρος πισω δηλαδη.
Πανω στο γραφειακι που του δωσαν ηταν στοιβαγμενα ενα σωρο παλιοχαρτα, ηταν φανερο οτι το γραφειο του χρησιμευε για χωματερη του γραφειου, σκονη και βρωμια.
Εκει του παν να βολευτει. Ηθελαν να του παρουν τον αερα. Ετσι ειχαν μαθει.
Καιρος τωρα να παρουν την εκδικηση τους, για τα τοσα χαστουκια τους τοσους εξευτελισμους που ειχαν υποστει ολα αυτα τα χρονια στην δουλεια. ή στην δουλεια. Οπου και να μπει ο τονος εν προκειμενω δεν θα κανει και μεγαλη την διαφορα.
Ειχαν βαλει κατι μονωτικες ταινιες να συγκρατουν την ραχοκοκαλια της παναθλιας καρεκλιτσας του.
Το βρηκε διασκεδαστικο.
Βρε κοιτα να δεις που ολα εδω μεσα ειναι σαν σκηνικο απο την ταινια του λουστρακου.
Πηρε μια μεγαλη σακουλα σκουπιδιων σηκωσε τα μανικια του πουκαμισου του και αρχισε να πεταει.
Παλιόχαρτα.
Εφρυαξαν οι κυρατσες του γραφειου.
Δεν μπορεις να το κανεις αυτο, του ειπαν.
Ο αφεντικος τα θελει αυτα τα χαρτια.
Δεν πεταμε τιποτα εδω μεσα.
Τοσο το χειροτερο τους απηντησε αυτος μεσα απο τα δοντια του.
Θα πρεπει να συνηθισει.
Και σεις το ιδιο. Θα καθαρισω το γραφειο μου με αζαξ και με χλωρινη. Αν δεν αντεχετε την μυρωδια του απολυμαντικου, βαλτε κανενα βρεμενο κουρελι στις τρυπες σας, σκεφτηκε.
Εγω μεσα σε χωματερες δε δουλευω.
Χαλαγε την πιατσα καταλαβες?
Αν καθαρισει αυτο το κολοπαιδο το γραφειο του θα πρεπει να το καθαρισουμε και εμεις.
Δεν αρχισαμε καλα.
Προσεχε τον.
Και αρχισε ο πολεμος.
Εκεινος δεν μιλουσε.
Περιμενε.
Εχαναν την υπομονη τους τα ανθρωπακια.
Στην αρχη τον πηρανε με το καλο.
Ηρθανε και οι ρουφιανοι του αφεντικου, πηγανε να τον μπλεξουν σε κολοδουλειες.
Πηγαν να του δωσουν κανα δωρακι, σουφρωμενο με τροπο απο την αποθηκη.
Δασκαλεμενοι προφανως, απο τον μεγαλο
Κρατηστε τα, χαρισμα σας.
Δεν ψαρωσε ο πιτσιρικας.
Δεν μασησε.
Γυρισαν απρακτοι αυτοι.
Βρε το κολοπαιδο...
Συσκεπτονταν συχνα τα πρωινα πριν ερθει αυτος στο γραφειο.
Ηταν ξυπνιος ομως αυτος, δεν πιανοταν στην φακα.
Κατι αλλο επρεπε να γινει.
Εκεινος συνεχιζε να κανει την δουλεια, γρηγορα και σβελτα.
Λυσαγαν τα ανθρωπακια.
Δε μπορει, αυτος να ξερει παραπανω απο μας, κινδυνευει η θεση μας.
Τι διαλο μας κουβαληθηκε εδω μεσα.
Σημασια εκεινος.
Ερχοταν το πρωι και ανοιγε τον υπολογιστη του, ενω τα ανθρωπακια συνεδριαζαν μεσα στην κουζινα.
Τσιμουδια εκεινος.
Την τσιμουδια της περιφρονησης.
Αλλο λίγο και θα σκαγαν τα ανθρωπακια.
Δεν ειχε αναγκη βλεπεις.
Και ο υπαλληλος που δεν φοβαται την απολυση ειναι επικινδυνος για μια εταιρεια.
Δεν σκυβει το κεφαλι, δεν ειναι δουλος.
Δεν ελεγχεται.
Και το κυριοτερο δεν γινεται ρουφιανος.
Δεν εχει κατι να κρυψει δεν εχει κατι να φοβαται.
Κινδυνευει τοτε η ισορροπια της εταιρειας.
Ειναι βλεπεις μοιρασμενοι οι ρολοι.
Ρουφιανοι και ανθρωπακια.
Τα ανθρωπακια πανε το πρωι να φτιαξουν καφε στο αφεντικο, πανε να ξεσκονισουν τα παπουτσια του αφεντικου, πανε και να φιλησουν τον κωλο του αφεντικου.
Δεν θελουνε ασφαλιση, δεν θελουνε αυξηση δεν θελουν ανθρωπινη αντιμετωπιση.
Λενε ευχαριστω στην κακομεταχειριση και στα ξεσπασματα του αφεντικου σκυβουν το κεφαλι, σα βοδια.
Οι ρουφιανοι απο την αλλη, ελεγχονται και αυτοι μια χαρα.
Τους δινεις την ψευδαισθηση οτι ειναι το δεξι χερι του αφεντικου και δεν ζητανε τιποτα αλλο.
Φτανει να τους δωσεις λιγη εξουσια.
Τους αφηνεις να κλεβουν και λιγακι, ψιλοπραματα, κανα φτηνο πραματακι, καμια προμηθειουλα απο τον προμηθευτη, ψιχουλα δηλαδη...και ετσι καθαριζεις. Εχεις το κεφαλι σου ησυχο.
Σπερνεις την διχονοια μεταξυ τους.
Τους βαζεις να τσακωνονται.
Διαιρει και βασιλευε.
Εγγυημενη δουλεια
Και ετσι τους ελεγχεις.
Με τον φοβο το μισος και την πεινα ηλεγξαν ολοκληρους λαους, χρονια, τι χρονια αιωνες να λες καλυτερα, 20 υπαλληλακια δεν θα ελεγχονταν?
Πατας στην αναγκη τους, την πεινα τους και την φτωχια τους.
Πατας πανω στην γλιτσιασμενη επιδερμιδα τους.
Ιδια μ'αυτην των σκουλικιων.
Ετσι ελεγχεται ο εργαζομενος.
Δοκιμασμενη μεθοδος χρονια τωρα.
Και ετσι κηρυχτηκε πολεμος.
Λυσσαλεος.
Καθημερινος.
Θλιβερος.
Το καταλαβε αυτος, χαζος δεν ηταν.
Αλλα εκανε υπομονη, συγκρατουσε το αντε και γαμησου.
Κατα βαθα τους λυποταν. Τους συμπονουσε.
Που και που εριχνε κανενα καντηλι.
Λουφαζαν για λιγο τα ανθρωπακια.
Και δωστου παλι απο την αρχη.
Περιμενε.
Στο τελος τον καλεσανε μεσα στο γραφειο του λογιστη.
Ο αφεντικος κρυβοταν μεσα στο γραφειακι και στα βρακια της δαχτυλους.
Βαλανε τον κακομοιρη τον λογιστακο να του το ξεφουρνισει το παραμυθι.
Τον εκοψε κρυος ιδρωτας τον κυριο προισταμενο.
Ντραπηκε.
Τι να βγει να πει?
Δεν ειχε και τιποτα να του προσαψει.
Εκανε την δουλεια του καλυτερα σπο τον καθενα εκει μεσα.
Πηρε τα μπακαλοτεφτερα τους και τα'κανε φυλλο και φτερο, εβαλε την δουλεια μεσα σε μια ροτα.
Καλο παιδι. Αλλα ατίθασο.
Καθαρισε την βρωμια την σκονη, ανοιξε τα παραθυρα του γραφειου μπηκε μεσα φως.
Καθαρος αερας.
Και τα τρωκτικα, οι χαρτοποντικες, μικροι και μεγαλοι, σκιαχτηκαν. Ειχαν μαθει να ζουν χρονια τωρα μεσα στο σκοταδι. Σιγα σιγα απο ποντικια, εγιναν αρουραιοι, τυφλοποντικες.
Και αρχισαν την επιθεση ετσι οπως ξερουν να επιτιθενται τα τρωκτικα.
Ροκανιζοντας.
Ξερεις παιδι μου...
Τον εκοψε.
Ενταξει κυριε ταδε.
Υπαλληλακι ειστε και σεις, δε πειραζει φερτε το χαρτι να το υπογραψω...
Μα ξερεις...
Σιωπη.
Μη μιλατε αλλο.
Σας καταλαβαινω.
Φερτε μου την καταγγελια της συμβασης μου.
Παιδι μου...
Μη μιλατε αλλο.
Τοσο ηταν.
Ηρθε και ο αφεντικος, λυπημενος, τον περιμενε στην πορτα. Για να τον ευχαριστησει για την ευσυνειδησια του, τις ικανοτητες του τις γνωσεις του αλλα λογω της κρισης και δεδομενου οτι ...και ξερεις η κριση...και καναμε οτι περνουσε απο το χερι μας, αλλα...κλπ κλπ
Τον εκοψε με ενα νευμα.
Δεν καταδεχτηκε να του δωσει το χερι του. Συχαινοταν. Τον θυμοταν να φταρνιζεται και να σκουπιζει την μυτη του με τα χερια. Τσιγκουνευοταν να παρει ενα χαρτομαντηλο.
Κατεβηκε γρηγορα τα σκαλια και βγηκε εξω στον ηλιο.
Δεν χαιρετησε κανεναν. Δεν βρηκε κανεναν.
Ειχαν χωθει ολοι στις τρυπες τους.
Το μονο που με χαροποιει ελεγε μετα ο αφεντικος στην σεκρετιριαλ μανατζερ ειναι οτι αυτος δεν εχει αναγκη.
Δεν συνεχιζε την προταση.
Και επιτελους απαλλαχτηκαμε απο αυτον σκεφτοταν πηγαινοντας προς το βρωμικο γραφειο του.
Υπαλληλος που δεν βρισκεται στα προθυρα της εξαθλιωσης ειναι επικινδυνος.
Για να λειτουργησει σωστα μια επιχειρηση πρεπει να εχει στην δουλεψη της ανθρωπακια.
Να δουλευουν για ψιχουλα.
Να μην μιλανε.
Ποντικακια, κουτοπονηρα.
Και ολογυρα τους να χεις στημενες ποντικοπαγιδες.
Και ενα ψωραλεο γατι να τριγυριζει, κοιτα μονο μη το ταισεις πολυ. Ψοφα το στην πεινα. Ετσι μονο θα σαι σιγουρος, οτι θα κυνηγαει τα ποντικια. Ριχτου και καμια κλωτσια στα παιδια σαν δεις οτι παιρνει αερα.
Ετσι μονο λειτουργει καλα ενα μαγαζι
Ενα μπακαλικακι.