Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Βγαίνω στην γύρα.


Να πουλήσω ότι έχω, κοψοχρονιάς.

Χτυπάω πόρτες, βαριές αλεξίσφαιρες, με το βιογραφικάκι μου μέσα στην τσάντα, με την στολή που αγόρασα πρόπερσυ, στολή κατάλληλη για γάμους βαφτίσεις και εύρεση εργασίας.

Πουλάω το πτυχίο μου, τα χρόνια που 'φαγα στα θρανία και στα γραφεία, πουλάω το προφισιενσυ και το ισιντιελ κάνω και ευκολίες πληρωμής.

Πουλάω οκτώ και δέκα ώρες από την ζωή μου, εμπρός ακούω προσφορές.

Πάρτε κόσμε.

Απλώνω τα χαρτιά μου καταγής, εμπρός από κάποιο χαι τεκ γραφειάκι, σκύβω στο κουστουμάκι το ετοιματζίδικο χρώματος ποντικί αυτό των διακοσίων των ευρώ, έχω ανάγκη.

Δεν του αρέσει η φάτσα μου το νιώθω, του θυμίζω κάτι που δεν θέλει να θυμάται, κάτι που θέλει να ξεχάσει.

Πως βλέπετε τον εαυτό σας μετά από πέντε χρόνια;

Έχω μάθει απ'εξω το ποίημα, ξέρω όλες τις απαντήσεις, σε τόσα γραφειάκια κάθησα με την πραματεια μου κλεισμενη μεσα σε εναν πλαστικο φάκελο.

Απαντώ όμορφα, δεν βάζω μεσα πολλές ελληνικούρες, για να με καταλάβει και το κουστουμάκι, να μου βάλει καλό βαθμό.

Πέρασαν τα είκοσι λεπτά, ανοίγω την πόρτα και φεύγω.

Πετιέται στον κάλαθο των αχρήστων το βιογραφικό μου, στον μαύρο εκείνον τον ντιζαινάτο που τόσο όμορφα ταιριάζει με το γραφειάκι, με το κουστουμάκι, και με την γλαστρα με τον μπέντζαμιν.

Δεν είχα τύχη.

Αρχίζουν και τρώγονται και τα παπούτσια μου.

Να κρατήσουν λίγο ακόμα.

Εύχομαι, οι σόλες.

Πουλάω ότι έχω.

Πάρε εμένα στην δουλειά δως μου ένα κοματι ψωμί, δεν θέλω τίποτα παραπάνω.

Δυνατότητα εξέλιξης, διαβάζω.

Στήνομαι απ'έξω, περιμένω.

Καμια απάντηση.

Γράφω ξανά την συνοδευτική επιστολή.

Σύμφωνα με την μόδα.

Κάθε χρόνο αλλάζει η μόδα στα ρούχα τα παπούτσια τις κουρτίνες και στις συνοδευτικές επιστολές.

Σας ευχαριστούμε για την προτίμησή σας.

Το βιογραφικό σας εστάλη με επιτυχία.

Δέκα και είκοσι τέτοιες επιστολές ευχαριστήριες.

Δέκα και είκοσι επιτυχημένες αποστολές.

Παίρνω τους δρόμους αξημέρωτα.

Πελάτης ούτε για δείγμα, κανείς δεν θέλει να αγοράσει.

Η μόνη λύση είναι να χαρίσω το εμπόρευμα.

Να χαρίσω τα βιβλία μου, να χαρίσω και τα τετράδια μου, να χαρίσω και τα πτυχία μου.

Να χαρίσω την ζωή μου.

Και την αξιοπρέπειά μου.

Έτσι ειναι το εμπόριο.

Αγόρασες εμπόρευμα που δεν τραβάει.

Τι περίμενες?

Δώστο όσο όσο το λοιπόν.

Να ξεμπερδεύεις μια και καλή με δαύτο.

Τα χαρτιά σου δεν αξίζουν μία.

Να 'χες και καμία καλή γνωριμία να σπρώξεις το εμπόρευμα...

Που να την βρεις?

Δεν έχεις.

Βαζεις ταμπέλα το λοιπόν.

Το αφεντικό τρελλάθηκε και κατεβάζει τις τιμές.

Και λίγο πριν κατεβάσει τα ρολά, σβήνει μία μία τις γραμμές απο το βιογραφικάκι του.

Είναι οι πολλές οι γραμμές βλέπεις που μπερδεύουν, είναι τα χρόνια βλέπεις τα πολλά που 'φαγε στα βιβλία στα θρανία στα γραφεία που δεν βολεύουν.

Πρέπει να χωρέσουν ετούτες οι γραμμές μέσα στα οκτακόσια τα ευρά του βασικού μισθου.

Το μήνυμα σας έχει αποσταλεί.

Πάει το εμπόρευμα.

Αλάφρωσες και εσύ.

Παίρνεις τον χαρτοφύλακα και βγαίνεις πάλι στη γύρα.

Δύο στην τιμή του ενός.

Στις δύο μέρες εργασίας η μία δώρο.

Και ότι πιάσεις.