6. Η κοκκινοσκουφίτσα έιχε ένα περίεργο τηλεφώνημα σήμερα το πρωι. Της ήταν αδυνατον να μιλησει το στόμα της ήταν μπουκωμένο με μελι και κανελανθους, ήταν ένα συναισθημα πνιγμου, τρομακτικού και ηδονικού μαζί...ξυπνησε βγάζοντας άναρθρες κραυγες η γλωσσα της ηταν ακομα μουδιασμενη απο τον υπνο.Ο λύκος τριγυρναει γυρω απο την πισινα, ανασηκωνει το κεφαλι του οσμιζεται τον αερα, σαν να εχει αυτο καποια σημασια στην ουσια ξεχασε να αποκρυπτογραφει την καθε ριπη ανεμου, δεν εχει κανενα νοημα ή σημασια πια. Κοιταζει πάνω. περιμενει. Η γιαγια σκαλιζει τους βασιλικους με φανερη δυσκολια, τα χερια της μολις και μετα βιας κρατουν το σκαλιστηρι, οι βασιλικοι ειναι απο καιρο πεθαμενοι, ωστοσο εκεινη δεν το βλεπει. Δεν κοιτα πισω δεν κοιτα μπροστα καθε κινηση για αυτην είναι αθλος, και ο αυχενας της πλεον δεν συγκρατει το βαρος του κεφαλιου της. Σηκώνεται αργα, ο Λυκος, πάει να σκάψει τους μικρους ταφους, ιεροσυλια αλλα αυριο θα πρεπει παλι να μπουν σε μια ταξη τα παρτέρια. Και οι Βασιλικοι.
6. ο Λύκος, βαρέθηκε να περιμένει κάποιον να του φέρει το φαί του. Ποιό φαί του δηλαδή? Αποφάγια έτρωγε από τότε που έφυγε η κοκκινοσκουφίτσα. Η γιαγια φανερα καταβεβλημενη αποκοιμιοταν στην πολυθρονα της διπλα στο παραθυρο, το φαγητό της ένας ανάλατος λαπάς εμενε εκει για ωρες, καποιος παντα τον πετουσε και ο λύκος πηγαινε να γλυψει οτι δεν ειχαν φαει οι μυγες.Δεν ηταν ζωη αυτη. Θα εφευγε. Ηξερε πρωτου καν το πει οτι έλεγε ψεμματα. Δεν θα εφευγε.Κι ομως κατι μεσα του ακομα ζητουσε το Αιμα.Η κοκκινοσκουφιτσα φοραει κοκκινο φορεμα και κοκκινα σανδαλια, περπαταει μεσα στην ματωμενη αμμο και το προσωπο της σταζει ηλιακο αιμα και φως, τρεχει, γελαει θυμαται και αμεσως ξεχναει.Ο Λύκος τριγυρναει εδω και εκει, φοβαται τα σκυλια, φοβαται τα σκουπιδιαρικα φοβαται τα παιδια με τα αγρια ματια, περιμενει να περασει η ωρα η κακια. Γυρναει πισω, πειναει. Καποιος πεταξε έξω τον κρυο λαπα, ανεγγιχτο αυτην την φορα.Κλεινει τα ματια και γλυφει το πλαστικο ταπερ. Ξεχναει.