Κυριακή 28 Ιουνίου 2009
Δεν μπορουσε παντοτε να το ελεγξει.Ηταν δυσκολο.Η ευχαριστηση ηταν απολυτη. Ενιωθε πως πεταγε πανω απο τον κοσμο, πανω απο τα φωτα. Ενιωθε να πυρακτωνεται σαν λαμπα φωτισμου, να ξεχυνεται μεσα του ενα φωσφοριζον κυμας θερμοτητας.Αν μπορουσε θα το εκανε συνεχεια.Η συνειδηση του ομως τον εγκαλουσε τον τσιγκλουσε δεν τον αφηνε σε ησυχια.Δεν μπορουσε να βρει ευχαριστηση πλεον.Αισθανοταν οικτο για τα ανυποψιαστα θυματα του. Ετσι σιγα σιγα γυμναζε και δαμαζε την διψα του.Η συνειδητοτητα της δυναμης του ηταν ενα αδιαμφησβητητο γεγονος.Στην αρχη την δεχτηκε με χαρα.Υστερα δυσανασχετησε γιατι ηταν πλεον αργα να απολαμβανει οτι εκανε.Η συνειδηση του εγινε ο δευτερος διδασκαλος του.Δεν με χρειαζεσαι πλεον. Του ειχε πει.Και ετσι εμεινε μονος.Κατοπιν διεπιστωσε οτι γνωριζε, οτι καταλαβαινε οτι αντιλαμβανοταν κατι καινουριο.Αποδεχθηκε την ευθυνη και προχωρησε.Τερμα τα κοντα παντελονακια το τρικυκλο ποδηλατο.Τωρα επρεπε να φορεσει μακρυ παντελονι. Να καβαλησει ποδηλατο χωρις ροδες βοηθητικες.Δυσκολο.ΣυνεχισεΜε την νεαποκτηθεισα δυναμη του, ηταν πλεον ευκολο να τραβαει γυρω του τα θυματα του.Ειναι τετοια η γοητεια της γνωσης, και η γητεια του βλεματος που ξερει ειναι ακατανικητη.Οσο πιο βαθια μπαινεις μεσα στην σκοτεινη στοα, τοση περισσοτερη δυναμη λαμβανεις.Δεν μπορεις ομως να κανεις πλεον κακο.Το παλιο δερμα που ολοενα και ξεφτιζει ομως, ειναι βαρυ ζηταει να σε παρει μαζι του κατω. Κατω, μεσα βαθια.Αργησα?Ελαμπε.Καθησε διπλα του.Εισεπνευσε το αρωμα της, τα πνευμονια του διογκωθηκαν για να ρουφηξουν καθε μοριο του αιθερα που την περιεβαλλε σαν φωτερη αλως.Γυρισε και την κοιταξε, της επιασε το χερι.Εκλεισε τα ματια.Εκεινη, εψαχνε το κινητο της.Τι συμβαινει την ρωτησε.Παιρνω την γιαγια μου.Κοπηκαν τα ποδια μου, μ'επιασε πονοκεφαλος.Καποιος με ματιασε.Θα της πω να με ξεματιασει απο τηλεφωνου.Εβγαλε το πακετο με τα τσιγαρα του.Αναβοντας το πρωτο δαγκωσε το φιλτρο με νευρα.Επρεπε να το κοψει.Καποια στιγμη.