Και ετσι οι δρομοι ειναι καταφυγιο για αυτον που μιλαει την γλωσσα την ξεχασμενη, καμια φορα του απαντουν τα δεντρα, τα λουλουδια του απαντουν οι μουσικες, δεν γυριζει να κοιταξει, χαμογελα ξεκουραζεται για λιγο.
Ειναι ματαιο του λενε, μιλα σαν ανθρωπος, γελα σαν ανθρωπος, ακου σαν ανθρωπος, ζησε σαν ανθρωπος.
Δεν απανταει, νεα νοηματα νεες σημασιες αποχρωματισμενες στειρες χαρτινες, τι να τις κανει? Απο παντου χασκουνε, απο παντου μπαζουνε, πως να σε ζεστανουν οι σβησμενες λεξεις οι απο πανω απο το πρωτο τους γραψιμο ξαναγραμμενες.
Δεν απανταει.
Γραφει.
Και το χαρτι του απανταει εισαι μονος, δεν το βλεπεις?
Το βλεπει.
Χαιρεται.
Ντυνεται στολιζεται χαιρεταει δια χειραψιας ψοφια δαχτυλα, ψοφια ματια κοιταει, ψοφια δαχτυλα αγγιζει.
Χορευει.
Ψοφιες μουσικες, πλαστικα κλαρινα, τρωει σε πλαστικα πιατα. χειροκροταει την νυφη με το πλαστικο γαμηλιο στεφανι την κουμπαρα με τα πλαστικα τα στηθια, τραγουδαει.
Σε πλαστικα τραπεζια καθεται. Δεν μιλαει.
Χαμογελαει.
Υστερα φευγει.
Ερχεται σπιτι, γδυνεται και αναπνεει.
Στην γλωσσα που εκεινος μονο τωρα πια μιλαει.