Κυριακή 14 Ιουνίου 2009
Εκεινη περναει αναμεσα απο τα ερημα πλακοστρωτα σαν πορτοκαλις ανεμος. Ο ηλιος πεφτει καθετα σαν βελος απο τον ουρανο και καει τα παντα στο διαβα του. Ολοι μισοκοιμουνται κατω απο τις ψαθινες ομπρελες αποχαυνωμενοι απο το ηλιοκαμα. Εκεινος ανασηκωνεται, κοιταζει ολογυρα του. Τα ξεραμενα χορτα απο πανω του συριζουν σαν φιδια προσπαθει να ακουσει.Τιποτα.Ειναι μοναχα ο ανεμος.Σηκωνεται και αρχιζει να τρεχει.Θυμαται οτι εχει αφησει πανω σητν ξαπλωστρα τα λεφτα του τα γυαλια του και το κινητο του.Δεν γυρναει πισω.Τα ασβωστωμενα δρομακια σαν καθρεφτες αντανακλουν φωτια πανω σε καθε τοιχο.Σκια καμια.Με την ακρη του ματιου του πιανει μια κινηση, μια πορτοκαλι λωριδα φιδοσερνεται και επειτα χανεται σε μια στροφη. Ολοι οι ηχοι εχουν βουλιαξει λες μεσα στον ξεραμενο ασβεστι.Θελει να την φωναξει αλλα δεν ξερει πως.Αρχιζει ξανα να τρεχει μολις που αισθανεται την θερμοτητα της καυτης πλακας κατω απο τις φτερνες του.Τα δρομακια δεν αποκαλυπτουν κανενα μυστικο.Που χαθηκαν οι ανθρωποι?Και εκεινη?Ζαλιζεται.Διψαει. Νιωθει πως θα πεσει λιποθυμος κατω απο την ηλιο.Να την παλι, με τα πορτοκαλι τουλια να ανεμιζουν παραξενα μεσα στον ασθενικο λιβα του μεσημεριου.Την βλεπει ξεκαθαρα τωρα, περπαταει μπροστα του και γινεται σχεδον αορατη κατω απο το ανηλεο φως.Πρεπει να φοραει χρυσα κοσμηματα στα χερια και στα ποδια, καθως την ακολουθει λαμψεις στιγμιαιες τον στραβωνουν.Αν ειχε μαζι του τα γυαλια του.Τα λεφτα του...τα παπουτσια του, ολα τα παρατησε στην παραλιαΤρανταζεται ολο του το κορμι, δεν καταλαβε οτι επεσε επανω της.Τα πορτοκαλι τουλια τυλιγονται γυρω απο το κορμι του, γυρω απο τον λαιμο του.Η ζεστη κανει τα μηνιγγια του να χτυπανε, το αιμα στις φλεβες του τρεχει με δυναμη, πιεζει το δερμα...Λιγο νερο, λιγο νερακι.Οι λευκοι τοιχοι ερχονται κατα πανω του.Πορτοκαλι μεταξωτο υφασμα φραζει την μυτη του, τον λαιμο του, ακουει το ιδιο του το αιμα να παλλεται μεσα στα αυτια του.Θελει να ουρλιαξει αλλα δεν μπορει οπως οταν βλεπει ονειρο.Στο ολολευκο χερι βλεπει ενα βραχιολι, ενα στεφανι απο χρυσα φυλλα κισσου. Ο κισσος πνιγει στο τελος τους τοιχους θυμαται, τους κορμους των δεντρων, καπου ειχε δει ενα κισσο να εχει πνιξει ενα ολοκληρο σπιτι, δεν θυμαται που.Το πορτοκαλι τουλι απο επανω του τον δροσιζει. Αισθανεται οτι ο καυτος δρομος ανοιγει, και τον ρουφαει.Επιτελους λιγη δροσια.Δεν διψαει.Ειναι ολα δροσερα, επεσε φαινεται η νυχτα.