Πέμπτη 11 Ιουνίου 2009

Υπεφερε απο ημικρανιες. Δεν ηταν συχνες οι κρισεις αλλα οταν αρχιζε ο πονος το μονο που σκεφτοταν μεσα στους αφορητους πονους ηταν ενα λιβαδι με λευκες μαργαριτες. Παρακαλουσε να παψει ο πονος που κομματιαζε το μυαλο της και ξαπλωνε στο σκοταδι του δωματιου της πισω απο βαριες βελουδινες κουρτινες.Η κυρια ειναι αρρωστη παλι ψυθιριζαν οι υπηρετες και περπατουσαν αθορυβα αναμεσα απο τα δωματια, σαν φαντασματα.Φοβοταν τα φαντασματα. Πολλες φορες ξυπνουσε καθιδρη και αναρωτιοταν αν εχει πεθανει. Περιμενε με αγωνια το πρωτο φως του πρωινου να τρυπησει τα σκοταδια της κρεβατοκαμαρας της αλλα το φως δεν ερχοταν. Οι βελουδινες κουρτινες κρατουσαν ολο το φως εξω απο την καμαρα της. Και την ζωη της.Ψηλη αριστοκρατικη ντυνοταν παντα στα λιλα.Το προσωπο της αν και βαθια ρυτιδιασμενο διατηρουσε ιχνη μεγαλης ομορφιας.Μιλουσε παντα με χαμηλη φωνη, γλυκια και παραξενα μελωδικη νομιζες οτι ενας λυγμος κρυβοταν πισω απο καθε της λεξη που δεν ελεγε να λυθει.Μυριζε παντα της γιασεμι. Εδινε υπεροχες δεξιωσεις στον πατρογονικο της πυργο και ενα σωρο κοσμος εστεκε γυρω της σαν καθοταν στην αγαπημενη της γωνια. Ετεινε με χαρη το λεπτο διαφανο χερι της και οσοι εσκυβαν να της το φιλησουν το επιαναν απαλα, σαν ευθραυστο κλαρακι, φοβοταν να μην σπασει.Εδινε την εντυπωση μιας κουκλας, ασαφως κακοποιημενης απο χερακια παιδικα τρυφερα μα και σκληρα συναμα.Σημερα ηταν μερα γιορτης. Στην κουζινα του πυργου, κρεατα εντερα κιμαδες ειχαν κατακλυσει τους παγκους. Αιματα παντου. Γελια και χοντρα αστεια. Ροδοκοκκινες μαγειρισες, χωριατοπουλες με παχη που ασφυκτιουσαν μεσα σε αυστηρες ακαμπτες στολες γεμιζαν κοιλιες με μυρωδικα. Πλανιοταν στην ατμοσφαιρα κατι το ανιερο σχεδον. Τσικνα και ακαθοριστες οσμες ιδρωτα μπλεκονταν με την ζεστη της κουζινας.Εκεινη ντυμενη με μια μεταξωτη μενεξεδια ρομπα κατεβηκε με βημα αβεβαιαο τα σκαλια προς τις πτερυγες του προσωπικου. Σταθηκε πισω απο τη πορτα της κουζινας και ενιωσε αναερο σαλιο να κατακλυζει τονλαργγα της.Η πορτα μισανοιχτη. Πλησιασε.Η μαγειρισσα με την τα φουστανια σηκωμενα, ξεστηθωτη χορευε και τραγουδουσε. Καποιος τραγουδουσε με βραχνη φωνη εναν σκοπο, δεν τον ειχε ξανακουσει.Χορεψε Σαλωμη της ειπε ο κηπουρος και ολοι γελασαν.Εκεινη μισογδυτη κουνιοταν ασεμνα πανω στο βαρυ δρυινο τραπεζι. Ενας παραγιος, εβαλε με γελιο μια γουρνοκεφαλη μεσα σε εναν ασημενιο δισκο και τον απιθωσε στα ποδια της.Ηχοντρη μαγειρισσα αρπαξε ενα κουινομαχαιρο και το εμπηξε βαθια στο κομμενο κεφαλι του γουρουνιου.Επεσε με βια πανω στην πορτα και κατευρεσε στο πατωμα με σπασμους. Ουρλιαζε να ξεκαρφωσουν το μαχαιρο απο το κεφαλι της, ουρλιαζε απο τους πονους. Η μενεξεδια ρομπα γεμισε με αιματα απο σφαχτα και χωμα.