Και ετσι επρεπε να μιλησει τον εαυτο του.
Στην αρχη δεν ειχαν πολλα να πουν, φοβοταν ο ενας τον αλλον.
Μετα αρχισαν να λενε, λιγα πραγματα, σκορπιες λεξεις. Χαμογελα.
Τα βραδυα που ο ενας ειχε την αναγκη του αλλου μιλουσαν περισσοτερο.
Αρχισαν να τα πηγαινουν καλα, αρχισαν να δενονται ολοενα και περισσοτερο.
Επειτα καταλαβε.
Εσυ εισαι εγω.
Δεν θυμοταν τιποτα αλλο.
Δυσκολο πολυ να το καταλαβεις αυτο.
Ειναι η μοναξια που σε σταματαει η μοναξια του αληθινου ανθρωπου μεσα σε ενα ψευτικο πληθοα. Η μοναδικοτητα του ανθρωπου που δεν φοραει μασκα μεσα σε ενα καρναβαλι.
Επειτα ομως καταλαβε οτι το καρναβαλι αυτο εκεινος δεν το χρειαζοταν πλεον.
Δεν φοβοταν τιποτα.
Τι να φοβηθει?
Το σκοταδι ειναι ενα το φως ειναι ενα.
Τι να φοβηθει.
Και ενας αυτος, δυο.