Φυσαει ο ανεμος πανω απο τις χορτινες ομπρελες της παραλιας. Κανεις δεν εχει κατεβει ακομα στην θαλασσα, στην μεγαλη τραπεζαρια του ξενοδοχειου στριμωχνονται νυσταγμενα με χειλη στεγνα οι παραθεριστες μπροστα απο το μπουφε με τις μαρμελαδες και τα κρουασαν. Τα βουτυρα και τα ζαμπον. Γεμισαν με μιας τα τραπεζακια με τα κολλαριστα τραπεζομαντιλα και αγγουροξυπνημενοι σερβιτοροι αγελαστοι με ματια αδεια περιφερονται αναμεσα στον κοσμο, γεμιζουν τα αδεια φλυτζανακια του καφε αμιλητοι. Ερημη η παραλια απλωνεται και αστραφτει κατω απο τον καλοκαιριατικο ηλιο, η αμμος χρυσιζει πισω απο τα γυαλια ηλιου, κανεις. Ο ανεμος φυσα και γεμιζει την θαλασσα λαμψεις.
Τελη Ιουλιου και η Αθηνα ειναι πολυ μακρυα ουτε που φαινεται στα βαθη του οριζοντα.