Kοιταχτηκε αδιαφορα ταχα μου, στην τζαμενια πορτα. Δεν μπορουσε να δει λεπτομερειες, αλλα πρεπει να ηταν καλη σημερα. Παντα ντυνοτανε αναλογα οταν ηταν να βγει ''εξω'' για δουλειες. Δεν ξερεις ποτε τι θα σου τυχει ελεγε μεσα της. Χρονια τωρα ετρεχε σε γαμους βαφτισια πανηγυρια οικογενειακες συγκεντρωσεις. Δυσκολες οι σχεσεις, δυσκολοι και οι αντρες. Αρχισε λοιπον να ψαχνει και παραεξω. Η δουλεια της την βολευε στην αναζητηση γκομενου. Πηγαινε εφορια, πηγαινε τραπεζα, πηγαινε επιμελητηριο, ο αφεντικος της ηταν συνεχεια με ενα πηγαινε στο στομα. Για τηλεωνητρια την πηρανε να φτιαχνει καφεδες την πηρανε αλλα δεν ηταν δουλεια αυτη. Αλλαξε τακτικη το λοιπον, αλλαξε και γκαρνταρομπα. Μινακι, κολαν τακουνακι, γουοντερμπρα και ξανθια ανταυγια γρηγορα πηρε το προβαδισμα. Σιγα σιγα αρχισε να φτιαχνει το επαγγελματικο προφιλ της, πουλουσε μουρη στα λοιπα υπαλληλακια, αφηνε υπονοουμενα για τις ιδιαιτερες σχεσεις της με τα αφεντικα. Βλακες ενα σωρο τριγυρω. Ειναι σου λεει η του αφεντικου, ας την εχουμε απο κοντα.
Σημερα ειχε να παει στην τραπεζα, ειχε το λοιπον ντυθει καταλληλως. Το πρασινο φως στην πορτα αναψε και εκεινη προχωρησε με το κεφαλι ψηλα, τρια τεσσερα λιγουρια καρφωθηκαν πανω στο ασπρο κολαν, επιασε στον αερα τα μηνυματα που εστελναν ο καθενας με τα δαχτυλα.
Τι κανεις κουκλαρα μου, της ειπε ο ενας? Φωτιες αναβεις σημερα.
Το τηλεφωνο της χτυπησε, το σηκωσε χωρις βια.
Οχι ρε γαμωτο ηταν το αφεντικο.
Που εισαι? Τι κανεις τοσες ωρες?
Εκανε οτι δεν ακουει.
Γυρνωντας σταματα σε ενα φαρμακειο και παρε δυο πακετα ταμπον για την γυναικα μου, της ειπε. Και φερε και καμια τυροπιτα απο το φουρνο. Λυσσαξα στην πεινα.
Τα λεφτα τα πηρες? Οχι? Τι στο διαολο κανεις πια?
Απαντησε μονολεκτικα και εκλεισε το τηλεφωνο.
Λεπτο δεν κανει μακρυα μου ειπε αδιαφορα.
Αν δεν ειμαι στην εταιρεια παθαινει πλακα.
Ειναι δυνατον να μην παθαινει πλακα ο ανθρωπος της πεταξε ενα αλλο λιγουρι.
Τετοια γκομεναρα....
Εσκυψε στον γκισε τουρλωνοντας τον κωλο της ξεροντας πως την κοιτανε.
Υπεγραψε.
Ενταξει αγορι μου ειπε λαγνα?
Ενταξει ενταξει καλυτερα απο ενταξει.
Πηρε τα λεφτα, τα εβαλε στην πλαστικη τσαντα της και εκανε να φυγει.
Σηκωθηκαν να την χαιρετησουν και να την φιλησουν σταυρωτα οι υπαλληλοι.
Ειναι το δεξι χερι του αφεντικου, την εχουμε αναγκη καταλαβες?
Ελεγαν μεταξυ τους.
Βγαινοντας το τηλεφωνο ξαναχτυπησε.
Που στο διαολο εισαι μωρη?
Ακομα στην τραπεζα εισαι ζωον?
Πριν προλαβει να απαντησει της ειχε κλεισει το τηλεφωνο στην μουρη.
Στα δεκα μετρα βρηκε ενα φαρμακειο.
Σηκωσε το κεφαλι ψηλα, ρουφηξε την κοιλια της, νοστιμουλης ο φαρμακοποιος,
Τι θα θελατε παρακαλω την ρωτησε.
Δυο πακετα ταμπαξ αγορι μου, του ειπε.
Αμεσως, της ειπε και πηγε στο ραφι.
Πρωτου γυρισει μαζι με τα λεφτα του αφηνε το τηλεφωνο της.
Δεν ξερεις ποτε.