Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009
Μαζεμενοι μπροστα απο τις μηχανες καμια δεκαρια νοματεοι. Αγελαστα προσωπα, στριφνες φατσες, ρουχα παλια, της δουλειας. Ειναι βαρια η ατμοσφαιρα, μυριζει καμενο πλαστικο, μαζουτ και μουχλα. Ζεστη αποπνιχτική. Βρωμανε οι μασχαλες, βρωμανε τα μαλλια, καμενο πλαστικο και αυτα. Σπασμενο νυχι, χρωματος πορτοκαλι, ξεφτισμενο το χρωμα. Παντοφλα στραβοπατημενη. Τριμενο τζιν.Ετσι ειναι.Μας πινει το αιμα, ο π...της. Δουλευουμε εμεις μεσα στα κατεργα, για να 'χει αυτος τα φραγκα να τρεχει στα παρισια. Το μισο παρισι δικο του ειναι ρε, κακον ψοφο να'χει.Επτα παρα εικοσι, δεν εχει αρχισει η δουλεια.Ο αφεντικος θα αριβαρει κατα τις εννια, μαζι με τα γραφεια.Ο εργοδηγος, καθεται μαζι με τους εργατες.Τους ελληνες εργατες, τους αλλους ουτε που να τους χεσει. Τους απευθυνει τον λογο λες και ειναι σκυλια, ζωα.Ανιδεικευτοι εργατες, ανασφαλιστοι.Ζουνε σα τα ζωα μεσα σε τρωγλες, 10, 20 νοματαιοι μαζι. Βρωμιαρηδες.Οι εργατριες αναβουνε τσιγαρο, ο εργοδηγος ειναι δικος τους, παιδι του λαου, αριστερος.Δε θα της καρφωσει.Δεν τον καρφωνουνε ουτε αυτες, βεβαια οταν αρπαζει στην ζουλα κανενα καφασι με πορτοκαλια, κανουν τα στραβα ματια, κανουν και τη δουλεια τους.Καλο ειναι να 'χεις ενα χερι να πιαστεις εδω μεσα, γλυστραει το πατωμα τιγκα στα λαδια και στα πορτοκαλοζουμα, ευκολα μπορει να φας τα μουτρα σου.Να γλυστρησεις ως της εξοδο του εργοστασιου.Το βουλωνουμε λοιπον.Ετσι που λετε κοριτσια, δεν ξερει τι εχει ο παλιογερος. Και φοραει το ιδιο λιγδιασμενο παντελονι χειμωνα καλοκαιρι.Και αν λειψει κανα πορτοκαλι , κανενα χαρτοκουτο σου ζηταει τα ρεστα μετα. Απολυθηκε κοσμος για ενα παλιοπορτοκαλο. Για αυτο οτι θελετε θα μου το λετε εμενα. Θα το λεω του αφεντικου και θα τ'αγοραζετε με εκπτωση.Κουνανε το κεφαλι αμιλητες.Τα ξερουν πως δε τα ξερουν.Προσεξτε, μη μιλατε στις βρωμιαρες των γραφειων, ρουφιανες, τσιρακια του κερατα.Καμια σας να μην τους μιλαει. Οτι θελετε να μου λετε εμενα, που ξερω να τις κουλαντριζω.Εσεις δε ξερετε, και αυτες ειναι πονηρες, κατι να πειτε στραβα και σας καρφωσαν με την μια στο αφεντικο.Και μετα ξερετε, γραμμη για το ταμειο ανεργιας, και αντε μετα στα 45 σας να ξαναβρειτε δουλεια, αστε με εμενα που τις ξερω παναθεμα τες.Δικος σας ειμαι με το μερος σας.Οχι με τα τσιρακια της πλουτοκρατιας, ξερουμε τι θα πει μεροκαματο εμεις ξερουμε και τι θαπει φτωχια.Συμφωνουνε ολες τους, και καταπινουνε τον καπνο των τσιγαρων τους.Καμια τους δεν τον εμπιστευεται.Ρουφιανος του αφεντικου.Δεν εμπιστευονται ουτε η μια την αλλη.Συχαινεται η μια την αλλη.Ρουφιανευει η μια την αλλη. Και καρφωνει η μια την αλλη στον εργοδηγο.Συρμα, ηρθε το αφεντικο, τσακιστειτε ολοι στις θεσεις σας.Εκεινος μπαινει μεσα στον χωρο παραγωγης, κλεινοντας ασυναισθητα τα ρουθουνια του, βρωμοκοπαει εδω μεσα.Σκυβουν με σεβασμο το κεφαλι οι εργατες, καλημερα σας πως ειστε?Ολο ευγενεια, χαμηλωνουν την μουρη, η μυτη κοντευει να αγγιξει το βρωμικο τσιμεντο.Αλλο λιγο και η γλωσσα τους θα εφτανε στα παλιοπαπουτσα του αφεντικου.Εκεινος ανεβαινει με γρηγορα βηματα τις σκαλες προς τα γραφεια.Δεν κοιταει κανεναν, δεν απανταει σε κανεναν, ελεγχει μονο με το ματι το εμπορευμα.Ο εργοδηγος, τον παιρνει στο κατοπι.Μπροστα το αφεντικο, ξωπισω με βημα σβελτο ο εργοδηγος.Κλεινονται στο γραφειο.Του δινει ραπορτο κανονικο, ποιος μιλησε ασχημα για το αφεντικο, ποιος θελει αυξηση, ποιος μιλαει στο κινητο εν ωρα εργασιας. Στεκεται ορθιος ολη την ωρα εμπρος απο το βαρυ το καρυδενιο το γραφειο.Η γραμματευς περιμενει απ'εξω με το δισκο και τον καφε, στηνει αυτι, δεν ακουει τιποτα, χτυπαι την πορτα, ατολμα.Περασε Κατερινα.Σκυβει εκεινη απιθωνει τον καφε. Μπορω να σας πω, ρωταει ναζιαρικα.Βγαινει εξω ο εργοδηγος, κατευθυνεται προς τα γραφεια.Καλημεριζει.Οι υπαλληλοι μαζεμενες στο κουζινακι φτιαχνουν καφε,Τον π...τη, με επρηξε πρωι. Βασανα για ενα κομματι ψωμι.Δε δουλευουν λεει οι εργατριες, και εγω τι να κανω, με κινδυνο να χασω το ψωμακι μου τις καλυπτω. Ειμαι αριστερος εγω, ειχα παππου ανταρτη στα βουνα. Αυτα και αυτα θα με φανε.Τον ιδρωτα μας, το αιμα μας ρουφαει ρε κοριτσια.Ατιμη δεξια.Συμφωνουνε ολες.Βασανα. Ανοιγει η πορτα του αφεντικου, κοβεται μαχαιρι το κουβεντολοι μεσα στο κουζινακι.Στο διαλλειμα θα τρεξει να του τα προφτασει.Το και το, τετοια λενε. Λουφαρουν οταν λειπεις, στα τηλεφωνα και στο ιντερνέτ.Επειτα θα κατεβει κατω, να φαει το φτωχο του τα φαγακι, στο φαγωμενο τον παγκο του εργατικου προσωπικου. Μακρυα απο τους εργατες, μονος. Διπλα στις βαριες τις μηχανες που ξερνανε καυσαεριο.Διπλα στα σαπια τα φλουδια των πορτοκαλιων.Και οι μυγες να πετουν ολογυρα του. Αλογομυγες, που τρωνε τα σκατα.Κατακαημενη εργατια.Αναστεναζει.Θυμαται τον παππου του τον ανταρτη στα βουνα.Αριστερος απο τα γενοφασκια του.Ανοιγει την πορτα προχωραει προς τις μηχανες.Βαζει φωνη στο εργατακι το πακιστανο.Ου να μου χαθεις ζωο.Δουλευε, τι λουφαρεις?Κοιτα μην σου ρθει και αρπαξεις κανενα φρουτο. Σ'εσκισα.Δεν θα βρω εγω τον μπελλα μου για σας λιγουρια.Ο αφεντικος τα'χει μετρημενα. Τι ειπες? Μίλησες?Σα δε σ'αρεσει γυρνα πισω στους ταλιμπαν, το πακισταν σου μεσα.Α ρε παππου να 'χα τα φυσεκλικια σου να 'χα και τα κουμπουρια σου, θα βαζα ταξη εγω.Αλλα ετσι ειναι, θελανε δημοκρατιες και τα ρεστα.Κομμουνισμος ρε.Βρωμιαρηδες.Α ρε κατακαημενη εργατια, τι τραβας.Τραβαει γρηγορα ενα καφασι πορτοκαλια το χωνει κατω απο το γραφειακι του.Θα το παρει σπιτι σα φυγουν ολοι.Σκουπιζει τα χερια του πανω στην λεκιασμενη του φορμα εργασιας.Α ρε κατακαημενη εργατια.Για ενα κομματι ψωμι τι τραβας.