11 Μαΐου στις 7:28 μ.μ.
Τι ωραια που ειναι πηγε να πει στον συζυγο της. Το μετανιωσε. Χωμενος μεχρι τα μπουνια μεσα στην εφημεριδα του, σηκωνε τα ματια μονο για να κποιταξει φευγαλεα καμια απο αυτες τις ξεβρακωτες που γεμισαν τους δρομους τωρα που πιασε να καλοκαιριαζει. Αναστεναξε. Δεν ειχε παραπονο. Την εβγαζε εξω καθε απογευμα καθουνταν στην πλατεια επαιρνε εκεινη μια αμυγδαλοπιττα περιποιημενη και αυτος εναν καφε βαρυ γλυκο. Επαιρνε και βυσινο. Και δωστου να διαβαζει την εφημεριδα. Νανουρισμενη καθως ηταν απο τις φωνες των παιδιων που επαιζαν στην πλατεια την πηρε ο υπνος. Ηταν παλι 20 χρονων, ομορφη με εναν λευκο φουστανι που της ειχε ραψει η μανα της, λευκο με μικρα μικρουτσικα τριανταφυλλακια στον ποδογυρο και στα μανικακια. Περναγαν οι φιλες της και πηγαιναν να σεργιανισουν στην πλατεια αγκαζε. Η πιο ομορφη ηταν απο ολες. Και σκυλιαζαν απο την ζηλια τους οι μαναδες που'χαν κορες ανυπαντρες σαν και αυτην.Στην πλατεια παντα καθοταν ο κυριος καθηγητης των Γερμανικων, αντρας ομορφος, αρχοντικος με χερια μαλακα και βλεμμα χαδιαρικο. Καθε που τον εβλεπε της κοβοταν η αναπνοη, κοκκινιζε ισαμε τ'αυτια. Δεν μιλαγε.Ονειρευοταν μονο τα βραδυα πως ηταν κυρια καθηγητου και περπατουσανε μαζι μεχρι την μικρη πλατεια. Και καθε χρονο στην γιορτη του δημαρχου, βαλσαρανε μαζι το τραγουδι που παιζε τις κυριακες στον φωνογραφο του, γερμανικο ητανε και τραγουδουσε μια γυναικα που εβλεπες να χαμογελα μα ενειωθες πως κλαιει. Υστερα τρομαζε με τ'ονειρο και κουνουσε περα δωθε το κεφαλι σαν να θελε να αποτιναξει τ'ονειρο πανω απο τα μαλλια της.Η μοιρα ομως τα φερε αλλιως. Της εδωσαν τον Διαμαντη.Παχυνε, δεν της εκανε πια το φουστανακι τ'ασπρο με τα τριανταφυλλακια. Εκοψε και τα μακρυα μαλλια. Τωρα γαντζωνονται πανω τους ονειρα μικρα αναιμικα, δεν εχουν βλεπεις κρυψωνα για να κρυφτουν.Ε, κυρα σε πηρε ο υπνος? Αντε σηκω, βραδυασε,Τιναχτηκε μα δεν ειπε τιποτα. Εσιαξε το φουστανι της, ενα σκουρο ριχτο φουστανι και σηκωθηκε. Περπατουσε πισω του λαχανιαζοντας. Πηγαινε γρηγορα βλεπεις και δεν τον εφτανε.Μια μια οι λαμπες του δρομου, πηραν ν'αναβουν.