Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

Η παραλία ήταν η παγίδα.Δεν είχε όνομα, για να μην ανήκει σε κανέναν.Δεν υπήρχε παραλία, ήταν μια ψευδαίσθηση, και εκείνη ήταν κανή να παραγει ψευδαισθήσεις.Τον παρέσυρε σε ένα μέρος που δεν υπήρχε πουθενά ήταν μία αντάνακλαση σε κάποιο δρομάκι του μυαλού της.Εκείνος ήταν καλός, δεν ήξερε να αναγνωρίζει τις παγίδες. Έτσι την ακολούθησε και πίστεψε οτι η παραλία ήταν δικιά του. Και εκείνη φιλοξενούμενη.Τον παρέσυρε εκεί και του είπε να την περιμένει.Και εκείνος την περίμενε πάντα νομίζοντας οτι αυτό θα ήταν το μυστικό σημείο συνάντησης τους, η κρυφή παραλία η δικιά του παραλία.Εκείνη τον παρακολουθούσε τα βράδυα να κάθεται στην άμμο, να κοιτάζει τον ορίζοντα, εκείνη όριζε το πότε θα ξημερώσει το πότε θα βραδυάσει, εκείνη όριζε τους χρόνους.Και εκείνος πάντα περίμενε.Δεν ήξερε οτι εκείνο το μέρος δεν ήταν κρυσφήγετο. Δεν ήξερε οτι δεν ήταν δικό του, πίστευε οτι από πάντα εκείνη η παραλία ήταν δική του. Είχε ξεχάσει πως μεχρι πριν την γνωρίσει δεν ήξερε που βρίσκεται η παραλία δεν είχε ακουσει ποτε του για αυτην την παραλία.Εκείνη τον επισκεπτόταν συχνά, στο μέρος που του είχε ορισει να την περιμενει. Του έδωσε την δύναμη να μπορεί να παρέχει ασφάλεια σε κάποιον κουρασμενο ταξιδιωτη, του εδωσε την χαρα να πιστευει οτι καποιος τον ειχε αναγκη.Του έδωσε το άρωμα γυναικας ερωτευμενης, και εκεινος μονομιας μεθυσε. Εκεινη το ήξερε οτι θα μεθουσε. Ηταν και αυτο ενα δωρο. Το δωρο της μεθης του απόλυτου έρωτα.Εκείνη θα εφευγε.Φευγοντας του ειπε την αληθεια.Του χάρισε την παραλία, αλλα εσκισε τους χάρτες, η παραλία πια ήταν δικια του. Είχε τώρα πια όνομα, του ανηκε.