Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

Hταν Κυριακη. Μια υπεροχη μερα λουσμενη στον ηλιο του καλοκαιριου. Ετσι εγραφε οταν ηταν μικρη στις εκθεσεις της. Ηλιολουστες ημερες, καταγαλανοι ουρανοι, και θεικες συναυλιες των αηδονιων. Επαιρνε παντα 10 στις εκθεσεις της. Καμαρωνε για αυτο. Καμαρωναν και οι γονεις της σαν ερχνταν τις κυριακες οι θειες και οι θειοι να φανε κρεας κοκκινιστο στην αυλη. Και πατατες τηγανιτες. Της αρεσαν και οι πατατες οι τηγανιτες. Και το παγωτο που σερβιρε επειτα η μανα της στα φτηνα μπωλακια.Ηταν δυσκολη της ελεγε η ζωη, Κυριακουλα μου. Και εκεινη ολο γελουσε.Φορεσε το κολιε με τα μπριγιαν που τηε χαρισε πριν λιγους μηνες ο αντρας της. Τα μπριγιαν της κερατους σκεφθηκε φορωντας τα. Καθε κερατο και ενα μπριγιαν. Ποιος την τυχη σου, της ελεγε η μανα της.Πετυχες παιδι μου. Ποιος την τυχησου.Βαλε μια χαντρα θαλασσια. Να το φοβασαι το ματι. Σκαει αλογο.Ειχε ολα οσα ηθελε. Ωραιο σπιτι, κηπους, πισινες, υπηρετριες σωφερ προσωπικο.Φιγουραριζε σε ολα τα περιοδικα, νεα ομορφη και νιοπαντρη με αντρα πλουσιο που την επνιγε στα δωρα. Ειχε παρει10. Το δεκα το καλο οπως ελεγε και η μανα της.Θεικες συναυλιες δεν ακουγε στον κηπο της. Εβγαινε ο αντρας της τις Κυριακες με το αεροβολο και σκοτωνε σπουργιτια για πλακα. Εκεινη σηκωνοταν αργα και επαιρνε επειτα τους δρομους, γυμναστηρια μασατζιδικα μπουτικ, μανικιουρ. Ποτε δεν γυριζε να κοιταξει τον ουρανο. Το αυτοκινητο της ειχε φημε τζαμια, αλεξισφαιρα. Σημερα ηταν Κυριακη. Δεν ειχε πουθενα να παει. Εκλεισε τις κουρτινες της κρεβατοκαμαρας της και επεσε για υπνο.Οι θειοι δεν θα 'ρχονταν για να φανε κοκκινιστο. Ειχε να τους δει απο τοτε που ηταν παιδακι.Δεν υπηρχε πια Κυριακη. Τωρα πια την ελεγαν Κυριανα