Τρίτη 26 Μαΐου 2009
Σταθηκε μπροστα απο τον καθρεφτη της.Κοιταξε το ειδωλο της για πολλη ωρα. Δεν της αρεσε ο φωτισμος. Σκεφτηκε να βρει να αναψει καποιο κερι. Οχι θα αναβε πολλα κερια. Ετσι της αρεσε καλυτερα. Τα εβαλε ολογυρα της και τα αναψε ενα ενα αργα αγγιζοντας την φλογα με το δαχτυλο. Της αρεσε να σκεφτεται οτι ειναι δυνατοτερη απο την φλογα οτι δεν ποναει απο την φωτια.Ναι τωρα ηταν καλυτερα. Το φως επεφτε πανω της καταπως ηθελε. Ολα ηθελε να ειναι κατω απο το προσταγμα της. Ακομα και το φως επρεπε να την φωτιζει οπως εκεινη ηθελε. Αλλοτε απαλα αλλοτε σκληρα.Εβαλε τα σκουλαρικια της και τραβηξε τα μαλλια της πισω απο τα αυτια της. Της αρεσαν οι λαμψεις που ξεχυνονταν μεσα απο τα μικρα στρας, και επεφταν πανω στα χερια της στον λαιμο της στο κορμι της, χρωματα και ουρανια τοξα που χανονταν σε καθε αμυδρη της κινηση. Της αρεσε. Επαιξε ωρα αυτο το παιχνιδι μεχρι που βαρεθηκε.Μισανοιξε το στομα της και πηρε το κραγιον της, κοκκινο στο χρωμα που της αρεσε καλυτερα. Χαμογελασε στο ειδωλο της, ο καθρεφτης της ανταπεδωσε το χαμογελο, ετσι ακριβως οπως της αρεσε να της χαμογελουν.Υστερα πηρε στα χερια της τα πεδιλα της. Μαυρα πεδιλα με λεπτεπιλεπτα κορδονια μεταξωτα. Τα εσφιξε γυρω απο τους αστραγαλους της κια καθησε σταυροποδι για να θαυμασει το μαυρο μεταξυ γυρω απο το λευκο της δερμα. Σηκωθηκε ξανα και χαιδεψε το ειδωλο στον καθρεφτη. Χαιδεψε τα μαλλια τον λαιμο, τα χερια.Μισοκλεισε τα ματια της.Της αρεσε η αισθηση του κρυου και λειου καθρεφτη στα ακροδαχτυλα της.Χαογελουσε.Ο καθρεφτης της αντιγυρισε το χαμογελο.Ετσι οπως της αρεσει να της χαμογελουν.Ετσι ακριβως οπως της αρεσει να την κοιταζουν.Να την θαυμαζουν.Ετσι ακριβως.