Τρίτη 19 Μαΐου 2009
Ηταν ώρα. Mεσημέρι. Ο καφές του είχε τελειώσει, ξεραμένα υπολείματα καφέ αφρου, ασαφώς δαντελωτού, στόλιζε το ποτήρι. Το καλαμάκι δαγκωμένο με λύσσα, δεμένο σε κόμπους, ριγωτού πλαστικού, ήταν πεσμένο πάνω στην εφημερίδα του. Ο σερβιτόρος αγέλαστος αδειασε το ξεχειλο τασάκι. Εφέρε την κανάτα με το νερό. Ζήτησε να πληρωθει. Σε λίγο τελείωνε η βάρδιά του. Μεσημέρι. Έσκισε την σελίδα που διάβαζε.Την τσαλάκωσε αφηρημένα και την έκρυψε γρήγορα μεσα στην τσεπη του. Η ζέστη απλωνόταν σαν βαρύς ιιστός ολόγυρα, κανεις δεν μπορουσε να ξεφυγει, απο το ηλιοκαμα. Το αποφάσισε. Το πουκάμισο του είχε εναν μεγαλο λεκε στην πλατη. Από ιιδρώτα. Η τεντα απο πανω του, έκανε σκιά. Ψευτικη σκιά. Και οι ίσκιοι γύρω του? Οι ίσκιοι που τον ακολουθούσαν στο γραφείο? Στο σπίτι του? Στο πάρκο? Οχι, οχι, οχι. Θα δραπετευε μια και καλή από τους ισκιους. Θα εβγαινε πάλι στους δρομους. Αυτην την φορα, οι ίσκιοι δεν θα του έκλειναν τον δρομο. Είχε το μαχαιρι του, και το παλιο του σακιδιο. Είχε και ένα παγούρι με νερο. Είχε. Και ας έλεγαν. Εκείνος είχε. Μπορούσε να έχει. Τσιγαρα δεν πηρε, πήρε σπίρτα. Θυμήθηκε το παραμύθι, με το κοριτσακι. Μέσα στην φλόγα ενός σπίρτου, μια ζωή γεμάτη θαύματα. Και ένα χαμόγελο πάνω στα χιόνια, και τα σπίρτα τα καμένα να λένε ψέμματα στους ίσκιους. Πήρε τα σπίρτα. Σηκώθηκε. Μεσημέρι. Στοιχειωμένη ώρα.έχουν να λένε.Και οι ίσκιοι τον ρώτησαν, τον εγκάλεσαν. Τον ακολουθούσαν παντού. Φοβόνταν το φως, το καθετο, το λευκο. Το καθαρο. Και εκεινος το φοβοταν. Καποτε οι ισκιοι του χαρισαν ασφαλεια, μα του εκλεψαν την λαμψη απο τα ματια του, του εκλεψαν τα παντα. Μια ζωη στην σκια, Που πας?Δεν μπορεις να φυγεις. Θα ερθουμε μαζι σου.Περπατούσε χωρις προορισμό. Φορούσε ενα γαλαζωπό φόρεμα, χρωμα αγαπημενο, της έλεγαν οτι της παει. Το γαλαζιο. Την φώτιζε, της ελεγαν. Ο ήλιος έπεφτε κάθετα πάνω στην άσφαλτο που άχνιζε. Καμία σκιά, καμία υποψία δροσιάς, κανενα περιστασιακό καταφύγιο. Και το ξερε. Κανενα. Διψούσε. Νερό? Δεν σκεφτηκε να παρει μαζι της. Δεν σκεφτηκε τιποτα, εκτος απο αυτο. Να φορεσει το γαλαζιο φορεμα. Σήμερα.Τσιγάρα δεν είχε. Δύο τρια ευρώ μόνο και ένα εισητήριο. Ακυρωμένο. Αχρηστο τωρα πια. Δεν την ένοιαζε. Η διαδρομη σύντομη, παρόλη την κινηση, την φασαρία, τις φωνες, την ξινισμενη μυρωδια του ιδρωτα, της σαρκας που δουλευε, του τυφλου πνευματος. Κοντοσταθηκε, ένα πετραδάκι ειχε μπει στο παπυτσι της, την πονουσε. Την πονουσε πολυ.Που πας?Δεν μπορεις να φυγεις. Δεν μπορεις. Θα έρθω και εγω μαζι σου.Στην στάση κοντοστάθηκε.Ηλιος, σκιά καμια. Το φως έπεφτε κάθετο πανω της. Χαμογέλασε. Κάθισε διπλα του. Διψουσε. Είδε το σακιδιο, θυμηθηκε τις εκδρομες στο βουνο, το νερο στην μυστικη πηγη. Το νερο.Τα δάχτυλά του στιγμιαία ακούμπησαν το γαλάζιο ύφασμα. Μέταξωτό? ίισως. Καμία ζάρα. Καμία σκιά. Κανένας ίσκιος, ουτε ρυτίδα.Κανένας φόβος. Μόνο η αίσθηση μιας νεογέννητης στιγμής. Και ο επιθανάτιος ρόγχος μιας σκιάς σαρκοβόρας. Χωρίς χειραψίες χωρίς λόγια τυπικά αντάλλαξαν ταυτότητες και μυστικά.Σηκώθηκαν και οι δύο.Το λεωφορείο δεν σταμάτησε, προσπέρασε. Οι σκιές προσπέρασαν και αυτές.Ο δρόμος έλαμπε για πρώτη φορα στα μάτια κάποιων, με το Δ κεφαλαίο.Εψαξε στην τσέπη του και βρήκε την σελίδα. Την αντάλλαξε επι τόπου με ένα ακυρωμένο εισιτήριο. Δίκαιη ανταλλαγή.Για πρώτη φορά.