Τρίτη 19 Μαΐου 2009

Προσπαθησε να βολεψει πανω στο σακιδιο του. Μπααα, αβολο ηταν. Το ανοιξε και εκανε κουβαρι δυο τρια μπλουζακια που ειχε πεταξει μεσα. Ξαναακουμπησε το κεφαλι του και διεπιστωσε πως τωρα ηταν καπως καλυτερα.
Βραδυ Αυγουστου, σε μια παραλια μακρυα απο τον πολιτισμο, ειχαν αποφασισει να διανυκτερευσουν εκει.
Ωραια βραδυα σκεφτηκε. Αναψαν φωτια και ελεγαν ιστοριες πινοντας. κανενα φως. Ουτε φεγγαρι. Και εκεινος χιλιομετρα μακρυα απο το σπιτι του να εχει για μαξιλαρι το παλιο του σακιδιο. Κοιτουσε τον ουρανο και σκεφτοταν. Ποσο διαφορετικα θα ταν ολα αν εκεινη ηταν μαζι του.
Εκεινη ομως δεν ηταν ποτε μαζι του.
Υποσχεσεις λογια αγαπης, παθιασμενες λεξεις και τραγουδια που μιλαγαν παντα για αγαπη και για θανατο. Απο αγαπη.
Ενα σωρο ψεμματα. Ενα σωρο υποσχεσεις.
Βαρεθηκε να την ακουει βαρεθηκε να διαβαζει τα γραμματα της.
Τι να τα κανει τα γραμματα της?
Τι να πει ενα γραμμα οταν δεν υπαρχει φεγγαρι?
Οι λεξεις εξαφανιζονται.
Τι να τις κανει τις λεξεις?
Τι να πει ενα γραμμα οταν δεν υπαρχει φεγγαρι?
Σηκωθηκε αθορυβα για να μην ξυπνησει κανενα. Που να πηγαινε?
Δεν ηξερε.
Θα πηγαινε να ουτηξει στην θαλασσα. Να καντι που δεν ειχε σκεφτει.
Νυχτερινο μπανιο στα νερα του πελαγους. Χωρις φως.
Μονος του. Οπως παντα.
Και εκεινη να ειναι αλλου. Που να ηταν το δικο της αλλου?
Η δικια της θαλασσα? Που να ηταν. Δεν ηθελε να ξερει.
Να μπορουσε να της πει.
Να μπορουσε να την πιασει απο τους ωμους και να την ταρακουνησει να την τρανταξει, να την ρωτησει γιατι.
Να ηταν αλλος, να ηταν αλλιως.
Την ηξερε καλα. Ειχε δει μεσα της δεν φοβηθηκε τα βαθη.
Δεν φοβηθηκε.
Την εμπιστευθηκε. Ηξερε οτι κανει λαθος, κιομως το εκανε
Ποτε δεν κρατω τις υποσχεσεις μου του ειπε
Ας του το ελεγε τωρα.
Εδω, μακρυα απο τα φωτα και απο την ασφαλεια του πολιτισμου.
Ας του το λεγε εδω.
Μακρυα απο τις λεξεις.
Χωρις φως.
Δεν θα την αφηνε να του το γραψει.
Θα την εξαναγκαζε να του το πει.
Και στους δυο τους.
Αλλα εκεινη ηταν καπου αλλου.
Σε καποια αλλη θαλασσα.
Χαρισμα της.
Οι λεξεις δεν ειχαν θεση σε ετουτα τα νερα.
Ουτε το φεγγαρι.
Βουτηξε στην θαλασσα και εκανε δυο τρεις απλωτες.
Αυτη η θαλασσα ηταν δικια του ολοδικια του.
Και δεν τον ενοιαζε τιποτα αλλο.