Σάββατο 16 Μαΐου 2009

Ηρθανε κατω, λεφουσι τους ειδες?Ξυπολητη σφουγγαριζε το μωσαικο, ανεκφραστο το προσωπο, τα μαλλια μαζεμενα πισω μ'ενα ξεχειλωμενο λαστιχακι.Μωρ'συ δεν ακους που σου μιλανε? Πες του μικρου να κατεβει να αρπαξει κανεναν, σιαξου λιγο παρατα το σφουγγαροπανο μην μπει κανας πελατης και σε δει ετσι.Αμιλητη πηρε το σφουγγαροπανο και τον κουβα τον αφησε μεσα στο δωματιακι με τα απορρυπαντικα.Τ'απιθωσε κατω και κλειδωσε την πορτα δυο φορες.Στ διαδρομο συναπαντηθηκε με την αδελφη της.Καλημερα Κατερινα, εφτασαν οι τουριστες λεει κατω στο λιμανι. Εστειλε η μανα τον Νικολα με το πουλμανακι μπας και πιασουμε κανεναν πελατη.Την κοιταξε με ματια μισοκλειστα, η ομορφια της παντα της εκανε κακο. Απο μικρη, εκεινη επαιρνε ολα τα χαμογελα και ολα τα επιφωνηματα θαυμασμου, στις σχολικες γιορτες εκεινη ντυνοταν παντα παναγιτσα ή αγγελακι. Η Κατερινα ποτε δεν επαιξε στα χριστουγεννιατικα σκετσακια κανεις ποτε δεν θυμηθηκε οτι υπαρχει μες την ταξη.Τα καλοκαιρια μολις μεγαλωσαν λιγο και κατεβαιναν στον γιαλο, οπου και αν περνουσανε ολα τα κεφαλια φυριζαν πισω, στο περασμα της. Μολις γδυνουνταν για να πανε να κολυμπησουν ενα σωρο σφυριγματα και λογια. Ολα για εκεινην, ποτε για αυτην.Ο πατερας τους τους αφησε ενα ρουμς του λετ. Καλα λεφτα, ητανε πανω σε καλο σημειο και το ηφαιστειο ακριβοπληρωνοτανε. Να πληρωνει ο αλλος για να βλεπει τις καπνισμενες πετρες καταμεσης της θαλασσας. Καλα που υπηρχανε στον κοσμο τετοιοι βλακες, και τρωγανε και αυτη και η μανα της και η αδελφη της. Οπως και να πεις ηταν καλη προικα.Σιαξου μωρε λιγο, πως γυρνας ετσι? Γερασες καημενη μου πριν της ωρας σου, της ελεγε η μανα της. Για δες την αδελφη σου, σαν τον ηλιο λαμπει, ντιπ για ντιπ δεν την εμοιασες καθολου?Παλια σαν ακουγε αυτα τα λογια εσφιγγε τα χειλη και δακρυα ετρεχαν βουβα πανω στα μαγουλα της. Επιανε το σφουγγαροπανο και το στιβε με μανια, και εβανε με τον νου της πως χτυπαγε κατω το κεφαλι με τα ολοξανθα μαλλια, το ρυτιδιασμνεο το κεφαλι με τα σκληρα ματια, και γεμιζε αγρια χαρα η καρδια της. Επειτα τρομαζε με την σκεψη και την χαρα της, και ετρεχε να κλειστει στο δωματιακι της και κουλουριαζοταν στο κρεβατι της περιμενοντας να της ερθει ταμπλας, φοβοταν και περιμενε την τιμωρια. Φοβοταν να γυρισει κατα τα εικονισματα.Μετα συνηθισε. Φορεσε μια ρομπα και χωρις να υπαρξει συννενοηση εκεινη εγινε η καθαριστρια η λαντζα και η σδερωστρια. Η αδελφη της καθοταν στην ρεσεψιον και υποδεχοταν τους πελατες. Γρηγορα αποδεχτηκε την θεση και τον ρολο της . Και η ρομπα εγινε το δευτερο δερμα της.Ειχε ξεχασει ποσο χρονον ειναι, ειχε ξεχασει τι ειναι. Η ρομπα ειχε σβησει τα παντα. Ζουσε σαν βρωμικος μουντζαλια πανω σ'ενα γαλαζιο τοιχο. Ετσι κι'εβλεπε μουντζαλια στον τοιχο ετρεχε να την καθαρισει. Να την σβησει να μην φαινεται. Ειχε παθος με την καθαριοτητα. Συχανοταν την σκονη, την βρωμια την ακαταστασια. Την αδελφη της την συχαινοτανε. Οχι γιατι ηταν ομορφη. Την συχαινοταν γιατι ηταν βρωμιαρα και τσαπατσουλα. Για αυτο.Τραβα μωρη και πανε παρε μια 12αδα αυγα απο την κυρα Νικη. Κι'εμπα με τα στ 7 βκαι στο 12 να συγυρισεις. Τσιμπησε ο Νικολος 2 οικογενειες απο το λιμανι παρε τ'αυγα και γυρνα γρηγορα, θα θελουνε να μπουνε και δεν θα'ναι ετοιμα.Αμιλητη, πηρε τα λεφτα και τα εσφιξε στην χουφτα της. Ο ηλιος ο καλοκαιρινος την στραβωσε, δακρυσαν τα ματια της, ειχε ξεσυνηθισει το φως. Δεν εβγαινε εξω, μεσα μαζι με τα ξεσκονοπανα της και τις χλωρινες της ηταν καλα ασφαλισμενη, αλλα εξω? Φοβοταν.Κατεβαινε την δημοσια, ξυπολητη ειχε ξεχασει να βαλει παπουτσια. Η ρομπα ειχε βραχει στον ποδογυρο και την δροσιζε με στο ηλιοκαμα. Κατω απο μια ομπρελα καθοντα τα παιδια του χωριου, περιμεναν να σκασουν μυτη οι τουριστριες, ιδρωμενοι και πασαλειμενοι με ενα κιλο ακουα βελβα, βρωμιαρηδες, πως θα περνουσε απο 'κει? Τους συχαινοταν. Βρωμεροι, απλυτοι, ενω εκεινη? Μυριζε χλωρινη, αζαξ και καθαριοτητα. Τους συχαινοταν.Εσφιξε τα δοντια, ζαρωσε την μυτη της και περασε με σκυμενο το κεφαλι απο διπλα τους. Η αντριλα την χτυπησε στην μυτη, ενιωσε σαν να της εκαψε τα πλεμονια. Σταθηκε λιγο παραμερα, την εκοψε κρυος ιδρωτας. Ακουμπησε σε ενα δεντρακι και χωρις να μπορεσει να συγκρατηθει ενα κυμα εμετου ξεχυθηκε απο το λαρυγγι της. Κανεις δεν γυρισε να την κοιταξει