Τρίτη 19 Μαΐου 2009

Δεν αντεχω άλλο, της έγραφε.Εχω γινει ο καραγκιοζης των παιδιων της γειτονιας. Δεν ειναι ζωη αυτη. Αναπηρα και τα χερια και η ψυχή.Θα φυγω. Πιο κατω δεν μπορουσε να διαβασει...Φαινεται θα τον ειχε παρει ο υπνος και θα αναποδογυρισε το μπουκαλι επανω στο χαρτι του. Γραμματα, λεξεις, δακρυα, ολα εφτιαχναν ενα περιεργο λεκε πανω στο χαρτι.Κατι σαν ιδεογραμμα, σαν συμβολο και σήμα.Πρώτα ειδε δυο τρια παιδια να παιζουν βολους στα σκαλια.Ενα αλλο σκάλιζε με εναν σουγια ενα κοματι ξύλο.Ο μικρος καθοταν στην βυσινι πολυθρονα, ειχε στο στομα του την πιπα του. Φορουσε τα γυαλια του.Την κοιταξε με την συνηθισμενη του αλαζονεια. Τι θελεις κοριτσι?Εκεινη δεν απαντησε, ενιωθε να την ζεσταινει το τζιν μπουφαν της.Τι θελεις σου ειπα?Ειναι δικο μας το σπιτι αυτο.Ο γερος τιναξε τα μυαλα του στον αερα.Κοιτα τα αιματα, ειναι ακομα πανω στο τραπεζι του.Δεν λεγεται τραπεζι του ειπεΛεγεται γραφειο.Πολυ που σκοτιστηκα, της απαντησε πετωντας την πιπα κατωΣηκωσε το ποδι του και την ποδοπατησε με λυσσα.Εκεινη τον αγνοησε και πηγε προς το παραθυρο, κοιταξε εξω...Θα το πιστεψεις οτι δεν βγαινω ουτε στο μπαλκονι? Φοβαμαι...Φοβαμαι τα παιδια της γειτονιας...φοβαμαι οτι θα μου πεταξουν καμια πετρα, η θα ρθουν ολα μαζι και θα με στραγγαλισουν στον υπνο μου...Γυρισε αποτομα προς το μερος του.Ποσο χρονων εισαι?Δεκατεσσάρων. Γιατι ρωτας.Εκεινος ηταν γερος και σακατης.Και μπεκρης συμπλήρωσε.Πανω στο γραφειο του, ήταν σκορπια χαρτια, με μεγαλους σκοτεινους λεκεδες επανω τους, κατω απο ενα πιατακι του καφε ξεχειλο απο γοπες, ειδε μια φωτογραφια.Οι δυο τους, αγκαλια και πισω τους ο ηλιος, τα προσωπα τους ηταν σκοτεινα δεν διεκρινες χαρακτηριστικα...Μια μερα θα μαθω να παιζω και εγω κιθαρα. Και θα το τραγουδησω καλυτερα απο αυτην, θα δεις...Ποια ειναι αυτη?Θα ηταν καμια του δρομου. Η μανα μου λεει οτι εμπλεκε ολο με γυναικες του δρομου. Πουτανες. Η μανα μου λεει οτι οι πουτανες εχουν αρρωστιες.Θα το μαθω, θα μαθω κιθαρα και θα το τραγουδησω καλυτερα σου λεω...Δεν αντεχω, Δεν αντεχεται αυτη η ζωη. Ερχεται και με βασανιζει καθε απογευμα. Σαν την λαμια.Δεν αντεχωΑπλωσε τα χερια της. Εκεινος εμεινε ακινητος, φοβοταν και κατουριοταν και ανατριχιαζε ολοκληρος. Μπορει να ηταν και αυτη μια γυναικα του δρομου. Φορουσε ρουχα, που η μανα του δεν φορουσε ποτε...Μισανοιξε τα χειλη του και περιμενε, αλλα δεν εγινε τιποτα, ακουσε ενα θροισμα, μετα ολα εγιναν κοκκινα ύστερα μαυρα.Ενα κομματακι ξυλου ετριξε παραξενα κατω απο τα σανδαλια της. Ηταν ενα κομματι απο την σπασμενη πιπα του. Ποσο ευκολα θρυμματιζεται το παλιο ξυλο, σκεφτηκε. Ή το κοκαλο.Πηρε την φωτογραφια και την εβαλε στην τσεπη της.Χαμογελασε.Ολα ενταξει.